Τα γλοιώματα του εγκεφάλου είναι ενδοπαρεγχυματικοί όγκοι που εντοπίζονται κυρίως στο μετωπιαίο και τον κροταφικό λοβό, σε νέους και μεσήλικες ασθενείς.

Σχεδόν το 1/3 των γλοιωμάτων ανευρίσκονται πολύ κοντά στις ανατομικές περιοχές του λόγου και της κίνησης του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Συνήθεις κλινικές εκδηλώσεις των ασθενών που πάσχουν από γλοίωμα του εγκεφάλου είναι η κεφαλαλγία, οι επιληπτικές κρίσεις, οι διαταραχές της αισθητικότητας/κινητικότητας και οι   διαταραχές του λόγου.

Σε ορισμένες περιπτώσεις τα γλοιώματα του εγκεφάλου ανευρίσκονται τυχαία στο πλαίσιο του ελέγχου που γίνεται στους ασθενείς για άλλης φύσεως ιατρικά προβλήματα.

Οι παράγοντες που επηρεάζουν την πρόγνωση των ασθενών με γλοίωμα του εγκεφάλου είναι : η ηλικία, η γενική κατάσταση υγείας( κλίμακα Karnofsky), ο βαθμός αφαίρεσης του γλοιώματος, τα ιστολογικά χαρακτηριστικά του γλοιώματος και η χρήση βοηθητικών/ενισχυτικών τρόπων θεραπείας όπως η ακτινοβολία και η χημειοθεραπεία.

Ο στόχος της χειρουργικής επέμβασης, για την αντιμετώπιση των γλοιωμάτων του εγκεφάλου, είναι α) η λήψη βιοπτικού υλικού για τεκμηρίωση της διάγνωσης και β) η μέγιστη ασφαλής χειρουργική αφαίρεση του όγκου(γλοιώματος) με απώτερο στόχο την καλύτερη πρόγνωση των ασθενών.

Η φλοιώδης χαρτογράφηση (cortical mapping)

Η φλοιώδης χαρτογράφηση (cortical mapping) του εγκεφάλου εντοπίζει βασικές ανατομικές περιοχές του εγκεφάλου υπεύθυνες για την κίνηση, την αίσθηση και την ομιλία.

Τα περισσότερα γλοιώματα του εγκεφάλου έχουν διάχυτο χαρακτήρα με αποτέλεσμα να ”διεισδύουν” στον πέριξ εγκεφαλικό ιστό, έστω και εάν αυτά εμφανίζονται με καλά περιγεγραμμένα όρια στις συνήθης τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου.

Οι ασθενείς που πάσχουν από γλοιώματα, εντοπισμένα σε ανατομικές περιοχές του εγκεφάλου αναγκαίες για την λειτουργία του λόγου και της κίνησης, είναι κατάλληλοι για φλοιώδη χαρτογράφηση του εγκεφάλου διεγχειρητικά.

Η χαρτογράφηση των περιοχών της κίνησης του εγκεφάλου μπορεί να λάβει χώρα με τον ασθενή ξύπνιο ή διασωληνωμένο ενώ η χαρτογράφηση των περιοχών της ομιλίας του εγκεφάλου μπορεί να λάβει χώρα μόνο με τον ασθενή ξύπνιο.

Προεγχειρητικά, η ανατομική και η λειτουργική απεικόνιση επιτρέπουν στο νευροχειρουργό να προβλέψει τόσο τα αποτελέσματα/επιπτώσεις της χειρουργικής επέμβασης όσο και την ασφαλέστερη δίοδο, διαμέσου του εγκεφαλικού ιστού, προκειμένου να προσεγγίσει τη χειρουργική βλάβη(γλοίωμα).

Στη μαγνητική τομογραφία(MRI) οι ευγενείς περιοχές του εγκεφάλου μπορούν να αναγνωριστούν από τη γνώση των ”προτύπων” των ελίκων και των αυλάκων του εγκεφάλου. Όταν τα παραπάνω αποτελέσματα συνδυάζονται με τα δεδομένα που προκύπτουν από την λειτουργική απεικόνιση, ο νευροχειρουργός μπορεί να αποκτήσει μία σαφή ιδέα της ανατομικής σχέσης της βλάβης(γλοιώματος) με περιοχές του εγκεφάλου που αφορούν την κίνηση, την ομιλία, τη μνήμη ,την όραση και άλλα. Κατόπιν, βάσει της κρίσης του νευροχειρουργού, καθορίζεται και η ανάγκη για φλοιώδη χαρτογράφηση του εγκεφάλου , σαν ένα επιπλέον ”εργαλείο” με στόχο την ασφαλή χειρουργική αφαίρεση της βλάβης(γλοιώματος).

Βάσει της βιβλιογραφίας, και όσον αφορά τη μελέτη της μαγνητικής τομογραφίας του εγκεφάλου, επτά(7) βασικά σημεία/κλειδιά έχουν αναφερθεί τα οποία βοηθούν στην αναγνώριση των λοβών του εγκεφάλου αλλά και των ”ευγενών ζωνών” εντός αυτού.

Τα παραπάνω σημεία/κλειδιά απεικονίζονται καλύτερα στις εγκάρσιες και στις οβελιαίες (T2) ακολουθίες της μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου. Στο άρθρο αυτό τη θέση των μαγνητικών τομογραφιών έχουν πάρει ανατομικά παρασκεύσματα από την προσωπική του Σπ. Αρ. Λαφαζάνου στο εργαστήριο Νευροχειρουργικής Ανατομίας.

 

Η Σιλουείος Σχισμή

Το πρώτο σημείο/κλειδί είναι η σιλουείος σχισμής και οι πέντε(5) κλάδοι της.(Fig 1)

σιλουείος σχισμή

Fig 1: Η σιλουείος σχισμή(μπλε χρώμα) και οι κλάδοι της όπως έχουν σκιαγραφηθεί στο ανατομικό παρασκεύασμα του εγκεφάλου(1.ανιών, 2.πρόσθιος οριζόντιος, 3. οπίσθιος, 4.οπίσθιος-άνω και     5. οπίσθιος-κάτω).

To Σχήμα των Τμημάτων της Κάτω Μετωπιαίας Έλικας (δίκην -Μ-)

Το δεύτερο σημείο/κλειδί αφορά το σχήμα (Μ) των τμημάτων της κάτω μετωπιαίας έλικας(pars orbitalis, pars triangularis, pars opercularis).Ο οπίσθιος οριζόντιος κλάδος(1) της σιλουείου σχισμής προς τα εμπρός εισέρχεται , μέσω των δύο κλάδων του(anterior horizontal (2)/ascending (3))εντός της κάτω μετωπιαίας έλικας διαχωρίζοντας αυτή σε τρία τμήματα(pars orbitalis, pars triangularis,pars opercularis).(Fig 2, 3)

σχήμα των τμημάτων της κάτω μετωπιαίας έλικας

Fig 2: To σχήμα των τμημάτων της κάτω μετωπιαίας έλικας (δίκην -Μ-).

κάτω μετωπιαία έλικα

Fig 3: Η κάτω μετωπιαία έλικα και η μορφή της, δίκην ”Μ”, που λαμβάνει χώρα από την είδοδο των κλάδων της σιλουείου σχισμής(2.anterior horizontal και 3.ascending) προς τα εμπρός.Τα επιμέρους τμήματα της κάτω μετωπιαίας έλικας(pars orbitalis/p.or, pars triangularis/p.tr και pars opercularis/p.op),καθώς επίσης και ο οπίσθιος κλάδος της σιλουείου σχισμής(1) είναι ορατά.

Η Μέση Μετωπιαία Έλικα

Το τρίτο σημείο/κλειδί αφορά τη μέση μετωπιαία έλικα και την ανατομική της σχέση με την πρόσθια κεντρική έλικα. Πιό συγκεκριμένα η μέση μετωπιαία έλικα βρίσκεται άνωθεν της κάτω μετωπιαίας αύλακας και, εκτεινόμενη προ τα πίσω, ενώνεται με την κάθετα προσανατολιζόμενη πρόσθια κεντρική έλικα. Η πρόσθια κεντρική έλικα αρχίζει από τη μέση γραμμή και , κινούμενη προς τα εμπρός και πλάγια, διαιρείται σε άνω και κάτω τμήμα από τη ”συγχώνευσή” της με τη μέση μετωπιαία έλικα.(Fig 4)

μέση μετωπιαία έλικα

Fig 4: Η μέση μετωπιαία έλικα που έχει σκιαγραφηθεί με μαύρο χρώμα και το σημείο συνένωσής της(γκρι βούλα) με την πρόσθια κεντρική έλικα, που έχει σκιαγραφηθεί με πράσινο χρώμα.

Η Μορφή του τρόπου συνένωσης(Τ) της Κάτω Μετωπιαίας Αύλακας με την Πρόσθια Κεντρική Έλικα

Το τέταρτο σημείο/κλειδί αποτελεί η μορφή συνένωσης(σχήμα Τ) της κάτω μετωπιαίας αύλακας με το κάτω τμήμα της πρόσθιας κεντρικής αύλακας.(Fig 5)

μορφή του τρόπου συνένωσης(Τ) της κάτω μετωπιαίας αύλακας

Fig 5: Η μορφή του τρόπου συνένωσης(Τ) της κάτω μετωπιαίας αύλακας,που έχει σκιαγραφηθεί με γκρι χρώμα με το κάτω τμήμα της πρόσθιας κεντρικής αύλακας, που έχει σκιαγραφηθεί με πράσινο χρώμα.

H Subcentral Gyrus

Το πέμπτο σημείο/κλειδί αποτελεί η παρουσία της καλούμενης Subcentral gyrus(σχήμα -U-) που βρίσκεται κάτωθεν της κεντρικής αύλακας και συνδέει την πρόσθια με την οπίσθια κεντρική έλικα.(Fig 6)

subcentral gyrus

Fig 6: H subcentral gyrus όπως έχει σκιαγραφηθεί με μαύρο χρώμα , ενώ η κεντρική αύλακα έχει σκιαγραφηθεί με πράσινο χρώμα. Η πρόσθια κεντρική έλικα(1) , καθώς επίσης και η οπίσθια κεντρική έλικα(2) είναι ορατές.

H Πρόσθια και η Οπίσθια Κεντρική Έλικα

Το έκτο σημείο/κλειδί συνιστά το γεγονός ότι , χαρακτηριστικά, η οπίσθια κεντρική έλικα είναι πιό λεπτή από την πρόσθια κεντρική έλικα.(Fig 7)

πρόσθια κεντρική έλικα

Fig 7: H πρόσθια κεντρική έλικα έχει σκιαγραφηθεί με πράσινο χρώμα ενώ η οπίσθια κεντρική έλικα με γκρι χρώμα. Είναι εμφανές ότι η οπίσθια κεντρική έλικα είναι πιό λεπτή από την πρόσθια κεντρική έλικα.

Η Ανατομική Σχέση της Σιλουείου Σχισμής με την Υπερχείλιο και τη Γωνιώδη Έλικα

Το έβδομο σημείο/κλειδί αποτελεί η ανατομική σχέση τόσο της σιλουείου σχισμής με την υπερχείλιο έλικα όσο και της άνω κροταφικής αύλακας με την γωνιώδη έλικα.Πιό συγκεκριμένα, η σιλουείος σχισμή καλύπτεται προς τα πίσω από την υπερχείλιο έλικα, που συνιστά το πρόσθιο τμήμα του κάτω βρεγματικού λοβίου , ενώ η άνω κροταφική αύλακα καλύπτεται προς τα πίσω από την γωνιώδη έλικα , που συνιστά το οπίσθιο τμήμα του κάτω βρεγματικού λοβίου.(Fig 8)

ανατομική σχέση της σιλουείου σχισμής

Fig 8: Η ανατομική σχέση της σιλουείου σχισμής(πράσινο χρώμα) με την υπερχείλιο έλικα(μαύρο περίγραμμα) καθώς επίσης και της άνω κροταφικής αύλακας(γκρι χρώμα) με την γωνιώδη έλικα(κόκκινο περίγραμμα).

Η υπερχείλιος έλικα περιέχει ίνες από την τοξοειδή δεσμίδα(τμήμα της άνω επιμήκους δεσμίδας) που συνδέει τις ανατομικές περιοχές του Wernicke και του Broca. Η γωνιώδης έλικα αποτελεί τμήμα της περιοχής του Wernicke η οποία μπορεί να επεκτείνεται προς τα εμπρός, στο οπίσθιο τμήμα της άνω κροταφικής έλικας.

Η Αύλακα του Μεσολοβίου, η Έλικα του Προσαγωγίου και το Παράκεντρο Λόβιο

Στις οβελιαίες ακολουθίες(midline) είναι ορατή η αύλακα του μεσολοβίου που κινείται τοξοειδώς πάνω από το μεσολόβιο. Ακριβώς πάνω από την αύλακα του μεσολοβίου βρίσκεται η έλικα του προσαγωγίου και , άνωθεν αυτής, η αύλακα του προσαγωγίου που διαχωρίζει την έλικα του προσαγωγίου από την άνω μετωπιαία έλικα(medial aspect). Η αύλακα του προσαγωγίου, καθώς εκτείνεται προς τα πίσω, εμφανίζει καμπή(γωνία) προς τα πάνω σχηματίζοντας το καλούμενο ”pars marginalis” που αποτελεί το οπίσθιο όριο του παράκεντρου λοβίου.Στο παράκεντρο λόβιο βρίσκεται το έσω τέλος της κεντρικής αύλακας που διαχωρίζει τον πρωτογενή κινητικό(πρόσθια κεντρική έλικα) από τον αισθητικό φλοιό(οπίσθια κεντρική έλικα).(Fig 9)

Οβελιαίες ακολουθίες

Fig 9: Η αύλακα του προσαγωγίου όπως έχει σκιαγραφηθεί με γκρι χρώμα. Το μεσολόβιο(1), η έλικα του προσαγωγίου(2), το έσω τέλος της πρόσθιας κεντρικής έλικας(3) , καθώς επίσης και η περιοχή του παράκεντρου λοβίου(4) είναι ορατά.

Η Άνω Μετωπιαία Αύλακα, Η Πρόσθια-Οπίσθια Κεντρική Έλικα και το ''Pars Marginalis''

Στις υψηλές εγκάρσιες ακολουθίες της μαγνητικής τομογραφίας του εγκεφάλου, ξεκινώντας από εμπρός, η άνω μετωπιαία αύλακα είναι η πρώτη ορατή αύλακα, παράλληλη στη μέση γραμμή, με την άνω μετωπιαία έλικα να κείνται επί τα εντός αυτής. Προς τα πίσω το ”pars marginalis” της αύλακας του προσαγωγίου αναγνωρίζεται αμφοτερόπλευρα σαν δύο μικρά άγκιστρα τα οποία εκτείνονται πλάγια από τη μέση γραμμή και σχηματίζουν μία αγκύλη(bracket), το καλούμενο ”pars bracket”. Το έσω τέλος της οπίσθιας κεντρικής αύλακας χαρακτηριστικά έχει δισχιδή χαρακτήρα που είτε καλύπτει μέρος του ”pars bracket” είτε κείνται ακριβώς όπισθεν αυτού. Η περιοχή του πρωτογενούς κινητικού φλοιού που αντιστοιχεί στο άνω άκρο εντοπίζεται στη μεσότητα της πρόσθιας κεντρικής έλικας, σαφώς πιό διογκωμένη(”Knuckle-shaped area”).Fig 10

Άνω μετωπιαία αύλακα

Fig 10: Η άνω μετωπιαία αύλακα, η πρώτη ορατή αύλακα στις υψηλές εγκάρσιες ακολουθίες της μαγνητικής τομογραφίας, έχει σκιαγραφηθεί με μπλε χρώμα. Η κεντρική αύλακα έχει σκιαγραφηθεί με πράσινο χρώμα. Η πρόσθια κεντρική έλικα(1) και η οπίσθια κεντρική έλικα (2) είναι ορατές.Το οπίσθιο-άνω τμήμα της αύλακας του προσαγωγίου(pars marginalis)έχει σκιαγραφηθεί με κίτρινο χρώμα.Τέλος, η περιοχή της πρόσθιας κεντρική έλικας που αντιστοιχεί στο χέρι(hand motor area), ένα παχύ τμήμα στη μεσότητα της πρόσθιας κεντρικής έλικας, είναι ορατή(αστερίσκος).

 

Η Λειτουργική Απεικόνιση

Η λειτουργική απεικόνιση, ως αναφέρθηκε παραπάνω, αποτελεί ένα επιπλέον εργαλείο στα χέρια του νευροχειρουργού, προκειμένου σε συνδυασμό με την ανατομική απεικόνιση , να κατανοήσει καλύτερα τη θέση της βλάβης(γλοιώματος) μέσα στον εγκέφαλο, αλλά και τη σχέση της με ευγενείς δομές του εγκεφάλου.

Η λειτουργική μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου(functional MRI, fMRI) αποτελεί το βασικό εκπρόσωπο της λειτουργικής απεικόνισης προεγχειρητικά. Αποτελεί απεικονιστική μέθοδο βασιζόμενη στη δυνατότητα μέτρησης αλλαγών της εγκεφαλικής αιματικής ροής, σαν αντικατόπτρισμα της νευρωνικής δραστηριότητας του εγκεφάλου. Πιό συγκεκριμένα , ανιχνεύει μεταβολές που αφορούν την οξυγόνωση και τη ροή του αίματος σαν απάντηση σε κάποια νευρωνική δραστηριότητα που προκύπτει από την εκτέλεση χωρο-χρονικά συγκεκριμένων εντολών εκ΄μέρους του ασθενούς (κίνηση κάποιου χεριού, ομιλία κ.τ.λ).

Κατά τη διάρκεια της Λειτουργικής Μαγνητικής Τομογραφίας ο εξεταζόμενος παραμένει ακίνητος και σε πρώτο χρόνο καταγράφονται ανατομικές εικόνες του εγκεφάλου του. Στη συνέχεια εκτελεί χωρο-χρονικά συγκεκριμένες εντολές, όπως κίνηση χεριού, παρατήρηση εικόνων κ.ο.κ. Η τεχνική αυτή αξιοποιεί τις τοπικές μεταβολικές ανάγκες (αυξημένη ροή οξυγονωμένου αίματος) των νευρικών κυττάρων που δραστηριοποιούνται κατά την εκτέλεση συγκεκριμένης λειτουργίας (όπως η όραση, κίνηση, ομιλία,αίσθηση) αναδεικνύοντάς τα.

Η Λειτουργική Μαγνητική Τομογραφία είναι μία μη επεμβατική μέθοδος που μπορεί να επαναληφθεί πολλές φορές στον ασθενή μέσα στο χρόνο. Λόγω του μη επεμβατικού της χαρακτήρα και της ασφάλειας που παρέχει, είναι η κατάλληλη εξέταση για τα παιδιά. Σε σχέση με άλλες μη επεμβατικές ή επεμβατικές εξετάσεις χαρτογράφησης του εγκεφάλου(π.χ Wada test) μπορεί να εξασφαλίσει όχι μόνο την ‘’πλαγίωση’’ αλλά και τον ακριβή εντοπισμό κρίσιμων για τον ασθενή λειτουργιών όπως είναι η ομιλία και η μνήμη. Επιπλέον είναι ικανή να αναδείξει νευρωνική δραστηριότητα ακόμη και στο βάθος των αυλάκων του εγκεφάλου, ένα σαφές πλεονέκτημα απέναντι στο καλούμενο ‘’gold standard’’ της χαρτογράφησης του εγκεφάλου που είναι ο φλοιικός ερεθισμός του (Electrocortical stimulation). Μειονέκτημα αυτής της τεχνικής αποτελεί η ευαισθησία της σε καταστάσεις σχετικές με την κίνηση όπως η αναπνοή, οι χτύποι της καρδιάς και οι κινήσεις της κεφαλής του ασθενούς, κατά τη φάση της εξέτασης, που οδηγούν στην παρουσία σφαλμάτων (artifacts). Αυτό καθιστά προβληματική την εφαρμογή αυτής της τεχνικής στη διαδικασία χαρτογράφησης των κέντρων του λόγου του εγκεφάλου.

Η λειτουργική μαγνητική τομογραφία(fMRI)του εγκεφάλου φαίνεται να έχει μειωμένη δυναμική, όσον αφορά τη διαγνωστική της αξία, στην παρουσία οιδήματος ή στις μεταβολές της αγγειακής ροής εντός της εξεργασίας. Συνεπώς είναι φρόνιμο σε ορισμένες περιπτώσεις   η λετουργική μαγνητική τομογραφία του εγκεφάλου να συμπληρώνεται με ακολουθίες αιμάτωσης(Perfusion sequence).

Τα αποτελέσματα ανάδειξης του κινητικού φλοιού στη λειτουργική μαγνητική τομογραφία συσχετίζοναι ικανοποιητικά με τα διεγεχειρητικά ευρήματα. Παρόλα αυτά οι αντίστοιχοι συσχετισμοί της ομιλίας είναι λιγότερο ικανοποιητικοί.Ενδεχομένως αυτή η ασυμφωνία να οφείλεται στο γεγονός χρήσης διαφορετικών καθηκόντων(tasks) που χρησιμοποιούνται στη λειτουργική μαγνητική τομογραφία του εγκεφάλου (silent speech tasks) και στη διεγχειρητική διακοπή της ομιλίας , που απαιτεί την συμμετοχή του πρωτογενούς κινητικού φλοιού, κάτι το οποίο δεν αναλύεται στη λειτουργική μαγνητική τομογραφία του εγκεφάλου.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αξιοπιστία της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας του εγκεφάλου , όταν αυτή ενσωματώνεται στην απεικονιστικά καθοδηγούμενη χειρουργική εγκεφάλου, μέσω νευροπλοήγησης, μειώνεται λόγω της μετατόπισης του εγκεφαλικού ιστού που συμβαίνει λόγω της αφαίρεσης του οστικού κρημνού, της διάνοιξης της σκληράς μήνιγγας, της εκροής ΕΝΥ και των χειρουργικών χειρισμών που λαμβάνουν χώρα.

Η λειτουργία του φλοιού του εγκεφάλου μπορεί να αναλυθεί και με τη χρήση άλλων απεικονιστικών μεθόδων όπως η   Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων, PET (Positron Emission Tomography) και Μαγνητοεγκεφαλογραφία(MEG) / (s-lafazanos.gr/Νέες μέθοδοι/ Διαγνωστικές-Επικουρικές/Μη επεμβατικές).

Η δοκιμασία της Αμυτάλης (Wada test) λαμβάνει χώρα στους ασθενείς με αμφιλεγόμενη εγκεφαλική επικράτηση του λόγου και της μνήμης και σε ασθενείς πάσχοντες από εξεργασίες που εντοίζονται στην έσω κροταφική επιφάνεια.

Είναι μία επεμβατική μέθοδος κατά την οποία η περιοχή του εγκεφάλου που αρδεύεται από την έσω καρωτίδα αρτηρία (στη μία πλευρά) καθίσταται προσωρινά αναίσθητη μέσω έγχυσης νατριούχου αμυτάλης στην σύστοιχη με τη βλάβη έσω καρωτίδα αρτηρία. Μετά την παρατηρούμενη έναρξη της ετερόπλευρης ημιπάρεσης, μία σειρά δοκιμών (tests) εφαρμόζονται στον ασθενή. Ο στόχος είναι η εξέταση της λειτουργικής δναμικής του άλλου ημισφαιρίου.

Το Wada test αρχικά αναπτύχθηκε με κύριο στόχο την προεγχειρητική εκτίμηση της ημισφαιρικής επικράτησης, όσον αφορά τους μηχανισμούς του λόγου, σε ασθενείς πάσχοντες από φαρμακοανθεκτική επιληψία. Κατόπιν τούτου, η χρήση   του επεκτάθηκε στην εξέταση της έντονης εξειδίκευσης (πλαγίωσης) της μνήμης, σε ασθενείς πάσχοντες από το σύνδρομο της επιληψίας του έσω κροταφικού λοβού, που επρόκειτο να υποβληθούν σε κροταφική λοβεκτομή.

Το Wada test περιορίζεται στο ότι ο εξεταστής έχει μόνο λίγα λεπτά για να εξετάσει κάθε ημισφαίριο ξεχωριστά. Σαν επεμβατική μέθοδος , φέρει ένα ποσοστό κινδύνου (0,6-1%) εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Επίσης, η εικόνα της προσωρινής ημιπάρεσης και των γνωστικών ελλειμμάτων, κατά τη διενέργεια της μεθόδου, προκαλούν ένα αίσθημα αναστάτωσης στον ασθενή. Διέγερση ή ακόμη και θόλωση της συνείδησης του ασθενούς , κατά τη φάση της εξέτασης, μπορεί να αποκλείσει την αξιοπιστία του   ελέγχου της ομιλίας σε ορισμένους ασθενείς. To Wada test παραμένει μία πολύ καλή επιλογή σε ασθενείς που δεν μπορούν να υποβληθούν σε μαγνητική τομογραφία(MRI). Τέλος, λόγω του επεμβατικού του χαρακτήρα, το Wada test δεν μπορεί εύκολα να επαναληφθεί στον ίδιο ασθενή.

Η Νευροψυχολογική Εκτίμηση

Το να αποκτήσει κάποιος πληροφορίες από διαφορετικές πηγές(απεικονιστικές μεθόδους), με στόχο την καλύτερη δυνατή χειρουργική απόφαση, είναι σοφό. Όλες οι παραπάνω πληροφορίες συμπληρώνονται από μία ολοκληρωμένη νευροψυχολογική προσέγγιση με στόχο την κλινική συσχέτιση των απεικονιστικών ευρημάτων.

Ο νευροψυχολογικός έλεγχος συνίσταται σε μία συλλογή ψυχομετρικών τεστ που στόχο έχουν την προεγχειρητική εκτίμηση των αντιληπτικών/γνωστικών/κινητικών και ψυχολογικών λειτουργιών των ασθενών που πάσχουν από γλοιώματα του εγκεφάλου.

Ο νευροψυχολογικός έλεγχος συνδυάζει τη νευρολογική εξέταση και τις απεικονιστικές μελέτες που έχουν ήδη λάβει χώρα, και βοηθά στην εκτίμηση των κοινωνικών και επαγγελματικών συνεπειών τόσο της ίδιας της βλάβης του εγκεφάλου όσο και τη χειρουργικής επέμβασης που πρόκειται να υποβληθεί ο ασθενής.

Αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο προεγχειρητικής εκτίμησσης των ασθενών που αποβλέπει στην ενημέρωση τόσο του ασθενούς, όσο και των οικείων προσώπων αυτού, σχετικά με τις επιπτώσεις της χειρουργικής επέμβασης.

Τα ευρήματα του νευροψυχολογικού ελέγχου φαίνονται να συμπληρώνουν αυτά της λειτουργικής απεικόνισης, αναδεικνύοντας πολλές φορές πιό ”διάχυτη” συμμετοχή κριτικών δεξιοτήτων των ασθενών, που πάσχουν από γλοίωμα του εγκεφάλου, από ότι η λειτουργική απεικόνιση αναδεικνύει.

Η συμφωνία των ευρημάτων της νευροψυχολογικής εκτίμησης και των ευρημάτων της λειτουργικής απεικόνισης, όσον αφορά την αναγνώριση του επικρατούντος ημισφαιρίου, φαίνεται να είναι μεγάλη στους δεξιόχειρες ασθενείς. Αντίθετα τα αντίστοιχα ευρήματα στους αριστερόχειρες ασθενείς είναι περισσότερο μεταβλητά. Υπολογίζεται ότι το 20-30% των αριστερόχειρων ασθενών που πάσχουν από γλοίωμα του εγκεφάλου , και που πρόκειται να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση, έχουν αμφοτερόπλευρη αντιπροσώπευση του λόγου.

Ο νευροψυχολογικός έλεγχος ενός ασθενούς που πάσχει από γλοίωμα του εγκεφάλου, λαμβάνει χώρα τόσο προεγχειρητικά όσο και μετεγχειρητικά. Μετεγχειρητικά επιτρέπει την παρακολούθηση της ανάρρωσης του ασθενούς. Μπορεί να αναδείξει τυχόν μετεγχειρητικά ελλείμματα καθώς και να αναγνωρίσει αλλαγές στη συμπεριφορά και στο συναίσθημα των ασθενών που έχουν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό μίας και σηματοδοτεί τη ”συστράτευση” ιατρικών παρεμβάσεων με στόχο την καλύτερη και πιό γρήγορη αποκατάσταση του ασθενούς.

Ένας σύντομος έλεγχος(brief testing) λαμβάνει χώρα κάποιες ημέρες μετά τη χειρουργική επέμβαση, ενώ ο πλήρης νευροψυχολογικός έλεγχος λαμβάνει χώρα μερικές εβδομάδες μετά , όταν ο ασθενής είναι σταθερός ή όταν χρειάζεται να ληφθούν αποφάσεις σχετικές με θέματα που αφορούν τον ασθενή όπως η επιστροφή στο σχολείο ή στη δουλειά του, η οδήγηση και άλλα.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η ισχυρή γνώση της ανατομίας, η καλή απεικονιστική(ανατομική/λειτουργική) διερεύνηση των ασθενών, σε συνδυασμό με τη λήψη του καλού ιστορικού και της καλής νευρολογικής/νευροψυχολογικής εξέτασης των ασθενών που πάσχουν από γλοιώματα του εγκεφάλου, αποτελούν τα θεμέλια πάνω στο οποία βασίζεται κάθε επιτυχής έκβαση αυτών.

Ο ΝΕΥΡΟΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ

Ο Σπυρίδων Λαφαζάνος του Αριστείδου αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης (Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων, ΣΣΑΣ) το 1997.

Περισσότερα

Newletter

Εγγραφείτε στα Newsletter του Ιατρού για να λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα για την Νευροχειρουργική.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

  • Για οποιαδήποτε ερώτηση μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον Ιατρό στα παρακάτω στοιχεία:
  • 401 ΓΣΝΑ & Metropolitan Hospital
  • Κιν: +30 6944686096
  • Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.